Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κελλάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του κελάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κελλάρης < μεσαιωνική ελληνική κελλάρης/κελάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκελλάρηςκελλάρηδες
Γενικήκελλάρηκελλάρηδων
Αιτιατικήκελλάρηκελλάρηδες
Κλητικήκελλάρηκελλάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →