κελλί
•
- μη απλοποιημένη γραφή του κελί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κελλί < μεσαιωνική ελληνική κελλίν < ελληνιστική κοινή κελλίον, υποκοριστικό του κέλλα < λατινική cella. Συγκρίνετε με το κελί.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κελλί | κελλιά |
| Γενική | κελλιού | κελλιών |
| Αιτιατική | κελλί | κελλιά |
| Κλητική | κελλί | κελλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →