κενοδοξία
•
- η ιδιότητα του κενόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κενοδοξία < κενό + δόξα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κενοδοξία | κενοδοξίες |
| Γενική | κενοδοξίας | κενοδοξιών |
| Αιτιατική | κενοδοξία | κενοδοξίες |
| Κλητική | κενοδοξία | κενοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →