κεντηνάριος
•
- ιστορίααξιωματούχος με μισθό 100.000 σηστερτίους Βικιλεξικό
- ιστορίαφοροεισπράκτορας, ταμίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεντηνάριος < λατινική centenarius < centenus < centum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντηνάριος | κεντηνάριοι |
| Γενική | κεντηνάριου / κεντηναρίου | κεντηνάριων / κεντηναρίων |
| Αιτιατική | κεντηνάριο | κεντηνάριους / κεντηναρίους |
| Κλητική | κεντηνάριε | κεντηνάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →