Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεντητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κέντημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκεντητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεντητικός < ελληνιστική κοινή κεντητικός < κεντητής < αρχαία ελληνική κεντέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντητικόςκεντητικήκεντητικό
Γενικήκεντητικούκεντητικήςκεντητικού
Αιτιατικήκεντητικόκεντητικήκεντητικό
Κλητικήκεντητικέκεντητικήκεντητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντητικοίκεντητικέςκεντητικά
Γενικήκεντητικώνκεντητικώνκεντητικών
Αιτιατικήκεντητικούςκεντητικέςκεντητικά
Κλητικήκεντητικοίκεντητικέςκεντητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →