κεντρίζω
•
- χτυπάω ή τρυπάω με κεντρί Βικιλεξικό
- μπολιάζω, σχίζω ένα τμήμα φυτού και τοποθετώ μέσα σε αυτό μπόλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάερεθίζω, παρακινώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεντρίζω < αρχαία ελληνική κεντρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεντρίζω | κεντρίζεις | κεντρίζει | κεντρίζουμε | κεντρίζετε | κεντρίζουν / κεντρίζουνε |
| Παρατατικός | κέντριζα | κέντριζες | κέντριζε | κεντρίζαμε | κεντρίζατε | κέντριζαν / κεντρίζαν / κεντρίζανε |
| Αόριστος | κέντρισα | κέντρισες | κέντρισε | κεντρίσαμε | κεντρίσατε | κέντρισαν / κεντρίσαν / κεντρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κεντρίζω / θα κεντρίσω | θα κεντρίζεις / θα κεντρίσεις | θα κεντρίζει / θα κεντρίσει | θα κεντρίζουμε / θα κεντρίσουμε | θα κεντρίζετε / θα κεντρίσετε | θα κεντρίζουν / θα κεντρίζουνε / θα κεντρίσουν / θα κεντρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κεντρίσει | έχεις κεντρίσει | έχει κεντρίσει | έχουμε κεντρίσει | έχετε κεντρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κεντρίσει | είχες κεντρίσει | είχε κεντρίσει | είχαμε κεντρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κεντρίσει / να κεντρίζω / να κεντρίσω | να έχεις κεντρίσει / να κεντρίζεις / να κεντρίσεις | να έχει κεντρίσει / να κεντρίζει / να κεντρίσει | να έχουμε κεντρίσει / να κεντρίζουμε / να κεντρίσουμε | να έχετε κεντρίσει / να κεντρίζετε / να κεντρίσετε | να κεντρίζουν / να κεντρίζουνε / να κεντρίσουν / να κεντρίσουνε |
| Προστακτική | — | κέντριζε / κέντρισε | — | — | κεντρίζετε / κεντρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →