Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεντρίζω

ρήμα
•
  1. χτυπάω ή τρυπάω με κεντρί Βικιλεξικό
  2. μπολιάζω, σχίζω ένα τμήμα φυτού και τοποθετώ μέσα σε αυτό μπόλι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάερεθίζω, παρακινώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεντρίζω < αρχαία ελληνική κεντρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκεντρίζωκεντρίζειςκεντρίζεικεντρίζουμεκεντρίζετεκεντρίζουν / κεντρίζουνε
Παρατατικόςκέντριζακέντριζεςκέντριζεκεντρίζαμεκεντρίζατεκέντριζαν / κεντρίζαν / κεντρίζανε
Αόριστοςκέντρισακέντρισεςκέντρισεκεντρίσαμεκεντρίσατεκέντρισαν / κεντρίσαν / κεντρίσανε
Μέλλονταςθα κεντρίζω / θα κεντρίσωθα κεντρίζεις / θα κεντρίσειςθα κεντρίζει / θα κεντρίσειθα κεντρίζουμε / θα κεντρίσουμεθα κεντρίζετε / θα κεντρίσετεθα κεντρίζουν / θα κεντρίζουνε / θα κεντρίσουν / θα κεντρίσουνε
Παρακείμενοςέχω κεντρίσειέχεις κεντρίσειέχει κεντρίσειέχουμε κεντρίσειέχετε κεντρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κεντρίσειείχες κεντρίσειείχε κεντρίσειείχαμε κεντρίσει——
Υποτακτικήνα έχω κεντρίσει / να κεντρίζω / να κεντρίσωνα έχεις κεντρίσει / να κεντρίζεις / να κεντρίσειςνα έχει κεντρίσει / να κεντρίζει / να κεντρίσεινα έχουμε κεντρίσει / να κεντρίζουμε / να κεντρίσουμενα έχετε κεντρίσει / να κεντρίζετε / να κεντρίσετενα κεντρίζουν / να κεντρίζουνε / να κεντρίσουν / να κεντρίσουνε
Προστακτική—κέντριζε / κέντρισε——κεντρίζετε / κεντρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →