Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεντροαριστερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήο οπαδός της κεντροαριστεράς πολιτικής / που αφορά αυτήν την πολιτική Βικιλεξικό
    • η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)

Ετυμολογία

κεντροαριστερός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντροαριστερόςκεντροαριστερήκεντροαριστερό
Γενικήκεντροαριστερούκεντροαριστερήςκεντροαριστερού
Αιτιατικήκεντροαριστερόκεντροαριστερήκεντροαριστερό
Κλητικήκεντροαριστερέκεντροαριστερήκεντροαριστερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντροαριστεροίκεντροαριστερέςκεντροαριστερά
Γενικήκεντροαριστερώνκεντροαριστερώνκεντροαριστερών
Αιτιατικήκεντροαριστερούςκεντροαριστερέςκεντροαριστερά
Κλητικήκεντροαριστεροίκεντροαριστερέςκεντροαριστερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →