Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεντροδεξιός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήο οπαδός της κεντροδεξιάς πολιτικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεντροδεξιός < κέντρο + δεξιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντροδεξιόςκεντροδεξιάκεντροδεξιό
Γενικήκεντροδεξιούκεντροδεξιάςκεντροδεξιού
Αιτιατικήκεντροδεξιόκεντροδεξιάκεντροδεξιό
Κλητικήκεντροδεξιέκεντροδεξιάκεντροδεξιό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεντροδεξιοίκεντροδεξιέςκεντροδεξιά
Γενικήκεντροδεξιώνκεντροδεξιώνκεντροδεξιών
Αιτιατικήκεντροδεξιούςκεντροδεξιέςκεντροδεξιά
Κλητικήκεντροδεξιοίκεντροδεξιέςκεντροδεξιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →