κεντροφόρος
•
- που φέρει κεντρί Βικιλεξικό
- ψάριείδος καρχαρία της οικογένειας squalidae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεντροφόρος < ελληνιστική κοινή κεντροφόρος < αρχαία ελληνική κέντρον + φέρω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντροφόρος | κεντροφόρα | κεντροφόρο |
| Γενική | κεντροφόρου | κεντροφόρας | κεντροφόρου |
| Αιτιατική | κεντροφόρο | κεντροφόρα | κεντροφόρο |
| Κλητική | κεντροφόρε | κεντροφόρα | κεντροφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντροφόροι | κεντροφόρες | κεντροφόρα |
| Γενική | κεντροφόρων | κεντροφόρων | κεντροφόρων |
| Αιτιατική | κεντροφόρους | κεντροφόρες | κεντροφόρα |
| Κλητική | κεντροφόροι | κεντροφόρες | κεντροφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →