κεπέγκι
•
- ρολό το οποίο ασφαλίζει την είσοδο ενός καταστήματος Βικιλεξικό
- Καμάρα, κάπου πίσω απ’ την Καμάρα, κοντά στο σπίτι του Κεμάλ, ή σ΄ένα στενό στην Αντιγονιδών. Κάπου στο μέσο την ησυχία έσκιζε ο γδούπος από ένα κεπέγκι. Ήταν 2 κορμιά που ενώνονταν, ή ένα χαμένο κορμί που ‘βγαζε τ΄άντερά του χτυπώντας τα αδέξια με το κεφάλι…
- Κάποτε έφτασε εδώ ένας έμπορας για να ανοίξει το κατάστημά του, μα κάτω από τα κεπέγκια, στο κενό που αυτά άφηναν από τον πάγκο, βρήκε ένα παιδί κουλουριασμένο που κοιμόταν.
- Τρέμουν μερικοί τα πολιτικά της προσόντα και την πολιτική της πείρα, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί μεν ο Κασσελάκης να κατεβάζει κεπέγκι στο κόμμα, αλλά είναι σίγουρο πως θα έχουμε νέες πηγές διασκέδασης, εφόσον, πάλι, κάποιος, ή κάποια από το πουθενά θα έρθει να μας σώσει χωρίς να του το ζητήσουμε.
Ετυμολογία
κεπέγκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kepenk + -ι• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεπέγκι | κεπέγκια |
| Γενική | κεπεγκιού | κεπεγκιών |
| Αιτιατική | κεπέγκι | κεπέγκια |
| Κλητική | κεπέγκι | κεπέγκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →