Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεπέγκι

/keˈpeŋ.gi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ρολό το οποίο ασφαλίζει την είσοδο ενός καταστήματος Βικιλεξικό
    • Καμάρα, κάπου πίσω απ’ την Καμάρα, κοντά στο σπίτι του Κεμάλ, ή σ΄ένα στενό στην Αντιγονιδών. Κάπου στο μέσο την ησυχία έσκιζε ο γδούπος από ένα κεπέγκι. Ήταν 2 κορμιά που ενώνονταν, ή ένα χαμένο κορμί που ‘βγαζε τ΄άντερά του χτυπώντας τα αδέξια με το κεφάλι…
    • Κάποτε έφτασε εδώ ένας έμπορας για να ανοίξει το κατάστημά του, μα κάτω από τα κεπέγκια, στο κενό που αυτά άφηναν από τον πάγκο, βρήκε ένα παιδί κουλουριασμένο που κοιμόταν.
    • Τρέμουν μερικοί τα πολιτικά της προσόντα και την πολιτική της πείρα, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί μεν ο Κασσελάκης να κατεβάζει κεπέγκι στο κόμμα, αλλά είναι σίγουρο πως θα έχουμε νέες πηγές διασκέδασης, εφόσον, πάλι, κάποιος, ή κάποια από το πουθενά θα έρθει να μας σώσει χωρίς να του το ζητήσουμε.

Ετυμολογία

κεπέγκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kepenk + -ι• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεπέγκικεπέγκια
Γενικήκεπεγκιούκεπεγκιών
Αιτιατικήκεπέγκικεπέγκια
Κλητικήκεπέγκικεπέγκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →