κεραία
•
- εντομολογίαλεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους Βικιλεξικό
- μεταφορικά: η ικανότητα να συλλαμβάνει κάποιος τα υπόδηλα μηνύματα άλλων ανθρώπων, του περιβάλλοντος, της εποχής κ.λπ. Βικιλεξικό
- άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες
- τεχνολογίαμεταλλικός ιστός που προσαρτάται σε συσκευές ή τοποθετείται σε κτήρια και υψώματα με σκοπό την εκπομπή ή λήψη ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, τηλεφωνικών κλπ σημάτων Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμακρύ λεπτό ξύλο που κρεμάται κάθετα στο κατάρτι και φέρει πανιά ή σημαίες και σήματα Βικιλεξικό
- τυπογραφικό σημάδιευθεία γραμμή πάνω από τα δίχρονα φωνήεντα, που δηλώνει ότι είναι μακρά (ᾱ, ῑ, ῡ) Βικιλεξικό
- τυπογραφικό σημάδιμικρή γραμμή που συνοδεύει ελληνικά γράμματα για τη δημιουργία αριθμών Βικιλεξικό
- μετά το γράμμα π.χ. α΄ (ο αριθμός 1)
- Unicode χαρακτήρας: GREEK NUMERAL SIGN ʹ (U+0374)
- πριν το γράμμα, κάτω αριστερά π.χ ,α (ο αριθμός χίλια)
- τυπογραφικό σημάδιγραπτό σημείο με τη μορφή οριζόντιας γραμμής (παύλα) που χρησιμοποιείται στην αρχή των περιόδων ενός διαλόγου ή στην αρχή και το τέλος παρενθετικού λόγου Βικιλεξικό
- έκφραση: μέχρι κεραίας : (κάνω κάτι) με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια
Ετυμολογία
κεραία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεραία :* για το σημάδι στη γραμματική: < ελληνιστική σημασία :* μεταφορικά, και τεχνολογία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antenne
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραία | κεραίες |
| Γενική | κεραίας | κεραιών |
| Αιτιατική | κεραία | κεραίες |
| Κλητική | κεραία | κεραίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →