κεραμίδα
•
- μεγεθυντικόμεγάλο κεραμίδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπρόοπτο ατύχημα και κυρίως αναπάντεχη αναποδιά, ατυχία, στενοχώρια -από την εποχή που η Αθήνα ήταν γεμάτη κεραμοσκεπές και έπεφταν συχνά από τον άνεμο κομμάτια κεραμικών στο δρόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμίδα < κεραμίδ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεραμίδα ή από την αρχαία ελληνική κεραμίς, από την αιτιατική ενικού «τὴν κεραμίδα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμίδα | κεραμίδες |
| Γενική | κεραμίδας | κεραμίδων |
| Αιτιατική | κεραμίδα | κεραμίδες |
| Κλητική | κεραμίδα | κεραμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →