Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεραμίδα

/ce.ɾaˈmi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγεθυντικόμεγάλο κεραμίδι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαπρόοπτο ατύχημα και κυρίως αναπάντεχη αναποδιά, ατυχία, στενοχώρια -από την εποχή που η Αθήνα ήταν γεμάτη κεραμοσκεπές και έπεφταν συχνά από τον άνεμο κομμάτια κεραμικών στο δρόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεραμίδα < κεραμίδ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεραμίδα ή από την αρχαία ελληνική κεραμίς, από την αιτιατική ενικού «τὴν κεραμίδα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεραμίδακεραμίδες
Γενικήκεραμίδαςκεραμίδων
Αιτιατικήκεραμίδακεραμίδες
Κλητικήκεραμίδακεραμίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →