κεραμίστας
•
- επάγγελματεχνίτης ή καλλιτέχνης που ασχολείται με την κατασκευή κεραμικών ή πήλινων αντικειμένων ή έργων τέχνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμίστας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμίστας | κεραμίστες |
| Γενική | κεραμίστα | κεραμιστών |
| Αιτιατική | κεραμίστα | κεραμίστες |
| Κλητική | κεραμίστα | κεραμίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →