κεραμιδάς
•
- λαϊκότροποο κεραμοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμιδάς < κεραμίδι + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμιδάς | κεραμιδάδες |
| Γενική | κεραμιδά | κεραμιδάδων |
| Αιτιατική | κεραμιδά | κεραμιδάδες |
| Κλητική | κεραμιδά | κεραμιδάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →