κεραμιδόγατος
•
- αδέσποτη γάτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγάτα άγνωστης ράτσας Βικιλεξικό
- μεταφορικάάντρας χωρίς μόνιμη σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμιδόγατος < κεραμίδ(ι) + -ό- + γάτος (που κυκλοφορούσε ελεύθερος στα κεραμίδια των σπιτιών)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμιδόγατος | κεραμιδόγατοι |
| Γενική | κεραμιδόγατου | κεραμιδόγατων |
| Αιτιατική | κεραμιδόγατο | κεραμιδόγατους |
| Κλητική | κεραμιδόγατε | κεραμιδόγατοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →