Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεραμιδώνω

ρήμα
•
  1. σκεπάζω με κεραμίδια, στεγάζω με το συγκεκριμένο υλικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεραμιδώνω < αρχαία ελληνική κεραμιδόω < κεραμίς < κέραμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκεραμιδώνωκεραμιδώνειςκεραμιδώνεικεραμιδώνουμεκεραμιδώνετεκεραμιδώνουν / κεραμιδώνουνε
Παρατατικόςκεραμίδωνακεραμίδωνεςκεραμίδωνεκεραμιδώναμεκεραμιδώνατεκεραμίδωναν / κεραμιδώναν / κεραμιδώνανε
Αόριστοςκεραμίδωσακεραμίδωσεςκεραμίδωσεκεραμιδώσαμεκεραμιδώσατεκεραμίδωσαν / κεραμιδώσαν / κεραμιδώσανε
Μέλλονταςθα κεραμιδώνω / θα κεραμιδώσωθα κεραμιδώνεις / θα κεραμιδώσειςθα κεραμιδώνει / θα κεραμιδώσειθα κεραμιδώνουμε / θα κεραμιδώσουμεθα κεραμιδώνετε / θα κεραμιδώσετεθα κεραμιδώνουν / θα κεραμιδώνουνε / θα κεραμιδώσουν / θα κεραμιδώσουνε
Παρακείμενοςέχω κεραμιδώσειέχεις κεραμιδώσειέχει κεραμιδώσειέχουμε κεραμιδώσειέχετε κεραμιδώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κεραμιδώσειείχες κεραμιδώσειείχε κεραμιδώσειείχαμε κεραμιδώσει——
Υποτακτικήνα έχω κεραμιδώσει / να κεραμιδώνω / να κεραμιδώσωνα έχεις κεραμιδώσει / να κεραμιδώνεις / να κεραμιδώσειςνα έχει κεραμιδώσει / να κεραμιδώνει / να κεραμιδώσεινα έχουμε κεραμιδώσει / να κεραμιδώνουμε / να κεραμιδώσουμενα έχετε κεραμιδώσει / να κεραμιδώνετε / να κεραμιδώσετενα κεραμιδώνουν / να κεραμιδώνουνε / να κεραμιδώσουν / να κεραμιδώσουνε
Προστακτική—κεραμίδωνε / κεραμίδωσε——κεραμιδώνετε / κεραμιδώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →