κεραμοσκεπής
•
- αρχιτεκτονικήπου (η στέγη του) σκεπάζεται ή καλύπτεται με κεραμίδια Βικιλεξικό
- Το βορδοναριό της Μονής του Οσίου Λουκά είναι ένα διώροφο κτήριο με ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη. Το ισόγειο προοριζόταν για τα ζώα, ενώ ο όροφος για τους αγωγιάτες και τις ζωοτροφές.(*)
Ετυμολογία
κεραμοσκεπής < κεραμο- (< αρχαία ελληνική κέραμος) + -σκεπής (< αρχαία ελληνική σκέπω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμοσκεπής | κεραμοσκεπής | κεραμοσκεπές |
| Γενική | κεραμοσκεπούς | κεραμοσκεπούς | κεραμοσκεπούς |
| Αιτιατική | κεραμοσκεπή | κεραμοσκεπή | κεραμοσκεπές |
| Κλητική | κεραμοσκεπή / κεραμοσκεπής | κεραμοσκεπής | κεραμοσκεπές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπή |
| Γενική | κεραμοσκεπών | κεραμοσκεπών | κεραμοσκεπών |
| Αιτιατική | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπή |
| Κλητική | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπείς | κεραμοσκεπή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →