κεραμώνω
•
- σκεπάζω με κεραμίδια, στεγάζω με το συγκεκριμένο υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμώνω < ελληνιστική κοινή κεραμόω < αρχαία ελληνική κέραμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεραμώνω | κεραμώνεις | κεραμώνει | κεραμώνουμε | κεραμώνετε | κεραμώνουν / κεραμώνουνε |
| Παρατατικός | κεράμωνα | κεράμωνες | κεράμωνε | κεραμώναμε | κεραμώνατε | κεράμωναν / κεραμώναν / κεραμώνανε |
| Αόριστος | κεράμωσα | κεράμωσες | κεράμωσε | κεραμώσαμε | κεραμώσατε | κεράμωσαν / κεραμώσαν / κεραμώσανε |
| Μέλλοντας | θα κεραμώνω / θα κεραμώσω | θα κεραμώνεις / θα κεραμώσεις | θα κεραμώνει / θα κεραμώσει | θα κεραμώνουμε / θα κεραμώσουμε | θα κεραμώνετε / θα κεραμώσετε | θα κεραμώνουν / θα κεραμώνουνε / θα κεραμώσουν / θα κεραμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κεραμώσει | έχεις κεραμώσει | έχει κεραμώσει | έχουμε κεραμώσει | έχετε κεραμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κεραμώσει | είχες κεραμώσει | είχε κεραμώσει | είχαμε κεραμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κεραμώσει / να κεραμώνω / να κεραμώσω | να έχεις κεραμώσει / να κεραμώνεις / να κεραμώσεις | να έχει κεραμώσει / να κεραμώνει / να κεραμώσει | να έχουμε κεραμώσει / να κεραμώνουμε / να κεραμώσουμε | να έχετε κεραμώσει / να κεραμώνετε / να κεραμώσετε | να κεραμώνουν / να κεραμώνουνε / να κεραμώσουν / να κεραμώσουνε |
| Προστακτική | — | κεράμωνε / κεράμωσε | — | — | κεραμώνετε / κεραμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →