Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερατιώτικος

/ce.ɾaˈtço.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την Κερατέα ή τους κατοίκους της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερατιώτικος < Κερατιώτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερατιώτικοςκερατιώτικηκερατιώτικο
Γενικήκερατιώτικουκερατιώτικηςκερατιώτικου
Αιτιατικήκερατιώτικοκερατιώτικηκερατιώτικο
Κλητικήκερατιώτικεκερατιώτικηκερατιώτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερατιώτικοικερατιώτικεςκερατιώτικα
Γενικήκερατιώτικωνκερατιώτικωνκερατιώτικων
Αιτιατικήκερατιώτικουςκερατιώτικεςκερατιώτικα
Κλητικήκερατιώτικοικερατιώτικεςκερατιώτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →