κερατιώτικος
•
- ο σχετικός με την Κερατέα ή τους κατοίκους της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερατιώτικος < Κερατιώτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κερατιώτικος | κερατιώτικη | κερατιώτικο |
| Γενική | κερατιώτικου | κερατιώτικης | κερατιώτικου |
| Αιτιατική | κερατιώτικο | κερατιώτικη | κερατιώτικο |
| Κλητική | κερατιώτικε | κερατιώτικη | κερατιώτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κερατιώτικοι | κερατιώτικες | κερατιώτικα |
| Γενική | κερατιώτικων | κερατιώτικων | κερατιώτικων |
| Αιτιατική | κερατιώτικους | κερατιώτικες | κερατιώτικα |
| Κλητική | κερατιώτικοι | κερατιώτικες | κερατιώτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →