Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερατούκλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοχαρακτηρισμός που δηλώνει επιδοκιμασία ή θαυμασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερατούκλης < κερατ(άς + -ούκλης, αρσενικό του -ούκλα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερατούκληςκερατούκλακερατούκλικο
Γενικήκερατούκληκερατούκλαςκερατούκλικου
Αιτιατικήκερατούκληκερατούκλακερατούκλικο
Κλητικήκερατούκληκερατούκλακερατούκλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερατούκληδεςκερατούκλεςκερατούκλικα
Γενικήκερατούκληδων—κερατούκλικων
Αιτιατικήκερατούκληδεςκερατούκλεςκερατούκλικα
Κλητικήκερατούκληδεςκερατούκλεςκερατούκλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →