κερατούκλης
•
- οικείοχαρακτηρισμός που δηλώνει επιδοκιμασία ή θαυμασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερατούκλης < κερατ(άς + -ούκλης, αρσενικό του -ούκλα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κερατούκλης | κερατούκλα | κερατούκλικο |
| Γενική | κερατούκλη | κερατούκλας | κερατούκλικου |
| Αιτιατική | κερατούκλη | κερατούκλα | κερατούκλικο |
| Κλητική | κερατούκλη | κερατούκλα | κερατούκλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κερατούκληδες | κερατούκλες | κερατούκλικα |
| Γενική | κερατούκληδων | — | κερατούκλικων |
| Αιτιατική | κερατούκληδες | κερατούκλες | κερατούκλικα |
| Κλητική | κερατούκληδες | κερατούκλες | κερατούκλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →