Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεραυνοβολώ

ρήμα
•
  1. για κεραυνόχτυπώ και (κατ’ επέκταση) σκοτώνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεκπλήσσω δυσάρεστα Βικιλεξικό
    • Ο Χαρίλαος εύλογα είχε κεραυνοβοληθεί. Αυτός ο οποίος μιλούσε ήταν ένας σεβαστός σύντροφος της παλιάς φρουράς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -είχε ζήσει τις εποχές Στάλιν, Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ- κι όχι ένας «φλούφλης» ακαδημαϊκός ή Ιταλός ευρωκομμουνιστής.
  3. μεταφορικάδρω ακαριαία και αποτελεσματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεραυνοβολώ < αρχαία ελληνική κεραυνοβολέω / κεραυνοβολῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική foudroyer)

Άλλοι τύποι

κεραυνοβολούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →