κεραυνοβολώ
•
- για κεραυνόχτυπώ και (κατ’ επέκταση) σκοτώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκπλήσσω δυσάρεστα Βικιλεξικό
- Ο Χαρίλαος εύλογα είχε κεραυνοβοληθεί. Αυτός ο οποίος μιλούσε ήταν ένας σεβαστός σύντροφος της παλιάς φρουράς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -είχε ζήσει τις εποχές Στάλιν, Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ- κι όχι ένας «φλούφλης» ακαδημαϊκός ή Ιταλός ευρωκομμουνιστής.
- μεταφορικάδρω ακαριαία και αποτελεσματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραυνοβολώ < αρχαία ελληνική κεραυνοβολέω / κεραυνοβολῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική foudroyer)
Άλλοι τύποι
κεραυνοβολούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →