κερδίζω
•
- αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
- έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα Βικιλεξικό
- νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα Βικιλεξικό
- αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια Βικιλεξικό
- με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
- Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
- μεταφορικάπροκαλώ τους άλλους να σχηματίσουν καλή γνώμη για εμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερδίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κερδίζω | κερδίζεις | κερδίζει | κερδίζουμε | κερδίζετε | κερδίζουν / κερδίζουνε |
| Παρατατικός | κέρδιζα | κέρδιζες | κέρδιζε | κερδίζαμε | κερδίζατε | κέρδιζαν / κερδίζαν / κερδίζανε |
| Αόριστος | κέρδισα | κέρδισες | κέρδισε | κερδίσαμε | κερδίσατε | κέρδισαν / κερδίσαν / κερδίσανε |
| Μέλλοντας | θα κερδίζω / θα κερδίσω | θα κερδίζεις / θα κερδίσεις | θα κερδίζει / θα κερδίσει | θα κερδίζουμε / θα κερδίσουμε | θα κερδίζετε / θα κερδίσετε | θα κερδίζουν / θα κερδίζουνε / θα κερδίσουν / θα κερδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κερδίσει | έχεις κερδίσει | έχει κερδίσει | έχουμε κερδίσει | έχετε κερδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κερδίσει | είχες κερδίσει | είχε κερδίσει | είχαμε κερδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κερδίσει / να κερδίζω / να κερδίσω | να έχεις κερδίσει / να κερδίζεις / να κερδίσεις | να έχει κερδίσει / να κερδίζει / να κερδίσει | να έχουμε κερδίσει / να κερδίζουμε / να κερδίσουμε | να έχετε κερδίσει / να κερδίζετε / να κερδίσετε | να κερδίζουν / να κερδίζουνε / να κερδίσουν / να κερδίσουνε |
| Προστακτική | — | κέρδιζε / κέρδισε | — | — | κερδίζετε / κερδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →