κερδοσκοπία
•
- οικονομίαη επιδίωξη υπερβολικού κέρδους, μεγαλύτερου από αυτό που είναι νόμιμο ή θεωρείται θεμιτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερδοσκοπία < κερδοσκόπ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερδοσκοπία | κερδοσκοπίες |
| Γενική | κερδοσκοπίας | κερδοσκοπιών |
| Αιτιατική | κερδοσκοπία | κερδοσκοπίες |
| Κλητική | κερδοσκοπία | κερδοσκοπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →