κερδοφορία
•
- οικονομία: η απόδοση, η ύπαρξη κέρδους σε οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο να έχει μεγάλα κέρδη μια επιχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερδοφορία < κέρδ(ος) + -ο- + -φορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερδοφορία | κερδοφορίες |
| Γενική | κερδοφορίας | κερδοφοριών |
| Αιτιατική | κερδοφορία | κερδοφορίες |
| Κλητική | κερδοφορία | κερδοφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →