Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερδοφορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομία: η απόδοση, η ύπαρξη κέρδους σε οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο να έχει μεγάλα κέρδη μια επιχείρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερδοφορία < κέρδ(ος) + -ο- + -φορία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκερδοφορίακερδοφορίες
Γενικήκερδοφορίαςκερδοφοριών
Αιτιατικήκερδοφορίακερδοφορίες
Κλητικήκερδοφορίακερδοφορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →