κερκίδα
•
- ανατομίατο ένα από τα δύο οστά του πήχυ του χεριού, που ξεκινά από τον αγκώνα και φτάνει στον καρπό, στην πλευρά του αντίχειρα Βικιλεξικό
- τμήμα του κοίλου του αρχαίου θεάτρου, μεταξύ δύο κλιμάκων Βικιλεξικό
- τμήμα των θέσεων για τους θεατές σε ένα γήπεδο Βικιλεξικό
- οι θεατές που υποστηρίζουν την ίδια ομάδα και παρακολουθούν τον αγώνα καθισμένοι όλοι στην ίδια πλευρά του γηπέδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερκίδα < αρχαία ελληνική κερκίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερκίδα | κερκίδες |
| Γενική | κερκίδας | κερκίδων |
| Αιτιατική | κερκίδα | κερκίδες |
| Κλητική | κερκίδα | κερκίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →