Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερκοπίθηκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαγένος πιθήκων της οικογένειας Κερκοπιθηκίδες (Cercopithecidae) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερκοπίθηκος < ελληνιστική κοινή κερκοπίθηκος < κέρκος + -ο- + πίθηκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκερκοπίθηκοςκερκοπίθηκοι
Γενικήκερκοπίθηκου / κερκοπιθήκουκερκοπίθηκων / κερκοπιθήκων
Αιτιατικήκερκοπίθηκοκερκοπίθηκους / κερκοπιθήκους
Κλητικήκερκοπίθηκεκερκοπίθηκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →