Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερκοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου φέρει / έχει ουρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερκοφόρος < κέρκ(ος) + -ο- + -φόρος < αρχαία ελληνική κερκοφόρος < κέρκος + φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερκοφόροςκερκοφόροςκερκοφόρο
Γενικήκερκοφόρου—κερκοφόρου
Αιτιατικήκερκοφόρο—κερκοφόρο
Κλητικήκερκοφόρε—κερκοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκερκοφόροι—κερκοφόρα
Γενικήκερκοφόρων—κερκοφόρων
Αιτιατικήκερκοφόρους—κερκοφόρα
Κλητικήκερκοφόροι—κερκοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →