κερκόπορτα
•
- μεταφορικάαδύνατο σημείο άμυνας (από την ονομασία της ομώνυμης πύλης στα τείχη της Κωνσταντινούπολης) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαδύνατο σημείο που μπορεί να φέρει την καταστροφή ή τη διάλυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερκόπορτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερκόπορτα < αρχαία ελληνική κέρκος (ουρά ζώου, πίσω μέρος) + πόρτα: πίσω πόρτα, παραπόρτι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερκόπορτα | κερκόπορτες |
| Γενική | κερκόπορτας | κερκοπορτών |
| Αιτιατική | κερκόπορτα | κερκόπορτες |
| Κλητική | κερκόπορτα | κερκόπορτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →