Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερματοδέκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η υποδοχή σε συσκευή (π.χ. πώλησης προϊόντων, δημόσιο τηλέφωνο, παρκόμετρο κλπ) όπου μπορεί ο πελάτης να ρίξει σε κέρματα το αντίτιμο ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερματοδέκτης (νεολογισμός) < (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική coin acceptor). Μορφολογικά αναλύεται σε κέρματ(ος) + -ο- + δέκτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκερματοδέκτηςκερματοδέκτες
Γενικήκερματοδέκτηκερματοδεκτών
Αιτιατικήκερματοδέκτηκερματοδέκτες
Κλητικήκερματοδέκτηκερματοδέκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →