Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερχανατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόιδιοκτήτης ή υπεύθυνος οίκου ανοχής Βικιλεξικό
  2. αργκόο προαγωγός Βικιλεξικό
  3. αργκόθαμώνας των πορνείων Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάάνθρωπος αχρείος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερχανατζής < κερχανά(ς) + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκερχανατζήςκερχανατζήδες
Γενικήκερχανατζήκερχανατζήδων
Αιτιατικήκερχανατζήκερχανατζήδες
Κλητικήκερχανατζήκερχανατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →