κερχανατζής
•
- αργκόιδιοκτήτης ή υπεύθυνος οίκου ανοχής Βικιλεξικό
- αργκόο προαγωγός Βικιλεξικό
- αργκόθαμώνας των πορνείων Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος αχρείος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερχανατζής < κερχανά(ς) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερχανατζής | κερχανατζήδες |
| Γενική | κερχανατζή | κερχανατζήδων |
| Αιτιατική | κερχανατζή | κερχανατζήδες |
| Κλητική | κερχανατζή | κερχανατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →