Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκαλύπτω κάτι με κερί ή σε ανάλογων ιδιοτήτων υγρό, ώστε να καλυφθούν οι πόροι του και να γίνει αδιάβροχο ή για να γλιστρά καλύτερα Βικιλεξικό
    • Κέρωσα το ξύλο του πατώματος
    • Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκανε ένα σώμα σόλα και φόντι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα), 2017)
  2. αμετάβατογίνομαι ωχρός σαν το κερί, χάνω το χρώμα μου λόγω μεγάλης αναστάτωσης ή αμηχανίας Βικιλεξικό
    • Μόλις τον είδε, κέρωσε και δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε!

Ετυμολογία

κερώνω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκερώνωκερώνειςκερώνεικερώνουμεκερώνετεκερώνουν / κερώνουνε
Παρατατικόςκέρωνακέρωνεςκέρωνεκερώναμεκερώνατεκέρωναν / κερώναν / κερώνανε
Αόριστοςκέρωσακέρωσεςκέρωσεκερώσαμεκερώσατεκέρωσαν / κερώσαν / κερώσανε
Μέλλονταςθα κερώνω / θα κερώσωθα κερώνεις / θα κερώσειςθα κερώνει / θα κερώσειθα κερώνουμε / θα κερώσουμεθα κερώνετε / θα κερώσετεθα κερώνουν / θα κερώνουνε / θα κερώσουν / θα κερώσουνε
Παρακείμενοςέχω κερώσειέχεις κερώσειέχει κερώσειέχουμε κερώσειέχετε κερώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κερώσειείχες κερώσειείχε κερώσειείχαμε κερώσει——
Υποτακτικήνα έχω κερώσει / να κερώνω / να κερώσωνα έχεις κερώσει / να κερώνεις / να κερώσειςνα έχει κερώσει / να κερώνει / να κερώσεινα έχουμε κερώσει / να κερώνουμε / να κερώσουμενα έχετε κερώσει / να κερώνετε / να κερώσετενα κερώνουν / να κερώνουνε / να κερώσουν / να κερώσουνε
Προστακτική—κέρωνε / κέρωσε——κερώνετε / κερώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →