Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεσάτι

/keˈsa.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκόεμπορική απραξία, μειωμένη εμπορική κίνηση και λιγοστά έσοδα Βικιλεξικό
    • -Πώς πηγαίνουν αἱ ἐργασίαι εἰς τήν Χίον; -Κεσάτια, μεγαλειότατε, ἀπήντησεν αὐτός. Ὁ βασιλεύς δέν ἐννόησε τήν λέξην, ἀλλά μή θέλων νά τό ὁμολογήσει, ἐστράφη πρός τόν δεύτερον καί τοῦ εἶπε: -Δηλαδή; -Δηλαδή δέν γίνεται νταραβέρι, μεγαλειότατε. Ὁ Ὄθων δέν ἐννόησεν καί πάλιν καί ἐστράφη πρός τόν τρίτον. -Ἑπομένως; εἶπε. -Ἑπομένως δέν ὑπάρχει ἀλισβερίσι, ἀπήντησεν ὁ τρίτος. (Αριστείδης Ν. Κυριάκος, Ο βασιλεύς Όθων και η νύφη της Ρούμελης, Αθήναι, Αναγνωστόπουλος και Πετράκος, εκδόται, 1880, σελ. 235 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%82_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7/CqqfIXgLpeAC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9&pg=PA255&printsec=frontcover)
    • 1897 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Σταχομαζώχτρα

Ετυμολογία

κεσάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεσάτι < τουρκική kesat + -ι < αραβική كساد (kasād, αδράνεια).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεσάτικεσάτια
Γενικήκεσατιούκεσατιών
Αιτιατικήκεσάτικεσάτια
Κλητικήκεσάτικεσάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →