Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεσές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πήλινο στρογγυλό αβαθές δοχείο που χρησιμοποιείται για το πήξιμο του γιαουρτιού Βικιλεξικό
    • Πιο κει ένας κεσές γιαούρτι χυμένος καταμεσής στην άσφαλτο (Άλκη Ζέη, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, 1987 [μυθιστόρημα] @books.google)
  2. γενικότερακάθε στρογυλλό πήλινο, γυάλινο ή πλαστικό δοχείο, χωρίς μεγάλο βάθος, που χρησιμοποιείται για συσκευασία πηγμένων προϊόντων Βικιλεξικό
    • κάποιος κεσές κυδώνι μπελτέ «να γλυκαίνη το παιδί το στόμα του κάθε πρωί» ! (Ανθολογία Ελληνικής Γραμματείας, 1970, σελ. 451 @books.google)
    • Μετά την στέψιν απέρχονται όλοι εις την οικίαν του γαμβρού ή της νύμφης, όπου προσφέρονται εις τους νεόνυμφους, παρά των οικείων, δοχείον υάλινον (κεσές), πλήρες γλυκού μετά γαλέτας (Θρακικά, Τριμηναίον Επσιτημονικόν Σύγγραμμα... 1944)
  3. συνεκδοχικάποσότητα που περιέχεται σε τέτοιο δοχείο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεσές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kese (μικρός σάκος, σακούλι) < περσική كاسه (kise)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεσέςκεσέδες
Γενικήκεσέκεσέδων
Αιτιατικήκεσέκεσέδες
Κλητικήκεσέκεσέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →