κεσκέκι
•
- είδος φαγητού που παρασκευάζεται με ολονύχτιο βράσιμο μοσχαρίσιου κρέατος και σταριού Βικιλεξικό
- προσφυγικό έθιμο κατά το οποίο παρασκευάζεται το κεσκέκι(1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεσκέκι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →