Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεφάλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλο κεφάλι Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953. @google.gr/books

Ετυμολογία

κεφάλα < κεφάλ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεφάλακεφάλες
Γενικήκεφάλας—
Αιτιατικήκεφάλακεφάλες
Κλητικήκεφάλακεφάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →