κεφαλάρι
•
- πηγή νερού με άφθονο νερό Βικιλεξικό
- το πάνω μέρος του κρεβατιού Βικιλεξικό
- τυπογραφίαπλεκτό επίθεμα στο πάνω και το κάτω μέρος της ράχης των δεμένων βιβλίων Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο τύμπανο (ανέμη) του βαρούλκου πάνω στο οποίο τυλίγεται το σχοινί ή το συρματόσχοινο Βικιλεξικό
- κιονόκρανο Βικιλεξικό
- οικοδομικήτο φουρούσι, στατικό τελείωμα κατακόρυφου στοιχείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεφαλάρι < κεφάλ(ι) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
| Γενική | κεφαλαριού | κεφαλαριών |
| Αιτιατική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
| Κλητική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →