κεφαλή
•
- το κεφάλι Βικιλεξικό
- Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
- ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
- κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
- παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
- ο αρχηγός, ο επικεφαλής Βικιλεξικό
- το πιο σημαντικό μέρος μιας ομάδας η ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- τεχνολογίατο εξάρτημα που διαβάζει ή γράφει σε ηλεκτρονικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για εγγραφή ή αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας (πικάπ, βίντεο κλπ) Βικιλεξικό
- υλικό υπολογιστήεξάρτημα μονάδας μαγνητικού μέσου που διαβάζει και γράφει δεδομένα Βικιλεξικό
- ο βραχίονας των κεφαλών έχει το υψηλότερο ποσοστό τριβών στο δίσκο, και είναι ένα πιθανό σημείο αποτυχίας.
Ετυμολογία
κεφαλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεφαλή : (τεχνολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική head
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλή | κεφαλές |
| Γενική | κεφαλής | κεφαλών |
| Αιτιατική | κεφαλή | κεφαλές |
| Κλητική | κεφαλή | κεφαλές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →