Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεφαλαλγία

/ce.fa.lalˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηο πόνος στο κεφάλι, πονοκέφαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεφαλαλγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεφαλαλγία. Μορφολογικά αναλύεται σε κεφαλ- + -αλγία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεφαλαλγίακεφαλαλγίες
Γενικήκεφαλαλγίαςκεφαλαλγιών
Αιτιατικήκεφαλαλγίακεφαλαλγίες
Κλητικήκεφαλαλγίακεφαλαλγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →