κεφαλοπονώ
•
- έχω πονοκέφαλο Βικιλεξικό
- ανησυχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεφαλοπονώ < μεσαιωνική ελληνική κεφαλοπονώ < κεφάλι + -ο- + πονώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεφαλοπονώ | κεφαλοπονείς | κεφαλοπονεί | κεφαλοπονούμε | κεφαλοπονείτε | κεφαλοπονούν / κεφαλοπονούνε |
| Παρατατικός | κεφαλοπονούσα | κεφαλοπονούσες | κεφαλοπονούσε | κεφαλοπονούσαμε | κεφαλοπονούσατε | κεφαλοπονούσαν / κεφαλοπονούσανε |
| Αόριστος | κεφαλοπόνησα | κεφαλοπόνησες | κεφαλοπόνησε | κεφαλοπονήσαμε | κεφαλοπονήσατε | κεφαλοπονήσαν / κεφαλοπονήσανε / κεφαλοπόνησαν |
| Μέλλοντας | θα κεφαλοπονήσω / θα κεφαλοπονώ | θα κεφαλοπονήσεις / θα κεφαλοπονείς | θα κεφαλοπονήσει / θα κεφαλοπονεί | θα κεφαλοπονήσουμε / θα κεφαλοπονούμε | θα κεφαλοπονήσετε / θα κεφαλοπονείτε | θα κεφαλοπονήσουν / θα κεφαλοπονήσουνε / θα κεφαλοπονούν / θα κεφαλοπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω κεφαλοπονήσει | έχεις κεφαλοπονήσει | έχει κεφαλοπονήσει | έχουμε κεφαλοπονήσει | έχετε κεφαλοπονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κεφαλοπονήσει | είχες κεφαλοπονήσει | είχε κεφαλοπονήσει | είχαμε κεφαλοπονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονήσω / να κεφαλοπονώ | να έχεις κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονήσεις / να κεφαλοπονείς | να έχει κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονεί | να έχουμε κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονήσουμε / να κεφαλοπονούμε | να έχετε κεφαλοπονήσει / να κεφαλοπονήσετε / να κεφαλοπονείτε | να κεφαλοπονήσουν / να κεφαλοπονήσουνε / να κεφαλοπονούν / να κεφαλοπονούνε |
| Προστακτική | — | κεφαλοπόνει / κεφαλοπόνησε | — | — | κεφαλοπονήστε / κεφαλοπονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →