κεχαγιάδικος
•
- χορόςπαραδοσιακός χορός από το νησί της Λήμνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεχαγιάδικος < κεχαγιά(ς) + -άδικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεχαγιάδικος | κεχαγιάδικοι |
| Γενική | κεχαγιάδικου | κεχαγιάδικων |
| Αιτιατική | κεχαγιάδικο | κεχαγιάδικους |
| Κλητική | κεχαγιάδικε | κεχαγιάδικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →