Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεχρί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτόγενική ονομασία διαφόρων ποωδών φυτών της οικογένειας Αγρωστώδη (Graminae)· παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα, που χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή των ζώων. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεχρί < μεσαιωνική ελληνική κεχρί(ν) < κεγχρίον, υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική) κέγχρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεχρίκεχριά
Γενικήκεχριούκεχριών
Αιτιατικήκεχρίκεχριά
Κλητικήκεχρίκεχριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →