κεχριμπάρι
•
- ορυκτολογίααπολιθωμένο διαυγές ρετσίνι που χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι έχει το κιτρινωπό διαυγές χρώμα του κεχριμπαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεχριμπάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kehribar < περσική کهربا (kahrubā, αυτό που έλκει τ΄ άχυρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεχριμπάρι | κεχριμπάρια |
| Γενική | κεχριμπαριού | κεχριμπαριών |
| Αιτιατική | κεχριμπάρι | κεχριμπάρια |
| Κλητική | κεχριμπάρι | κεχριμπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →