Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεχριμπάρι

/ce.xɾiˈba.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορυκτολογίααπολιθωμένο διαυγές ρετσίνι που χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάό,τι έχει το κιτρινωπό διαυγές χρώμα του κεχριμπαριού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεχριμπάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kehribar < περσική کهربا (kahrubā, αυτό που έλκει τ΄ άχυρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεχριμπάρικεχριμπάρια
Γενικήκεχριμπαριούκεχριμπαριών
Αιτιατικήκεχριμπάρικεχριμπάρια
Κλητικήκεχριμπάρικεχριμπάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →