κηδεύω
•
- τελώ κηδεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηδεύω < κήδομαι.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κηδεύω | κηδεύεις | κηδεύει | κηδεύουμε | κηδεύετε | κηδεύουν / κηδεύουνε |
| Παρατατικός | κήδευα | κήδευες | κήδευε | κηδεύαμε | κηδεύατε | κήδευαν / κηδεύαν / κηδεύανε |
| Αόριστος | κήδεψα | κήδεψες | κήδεψε | κηδέψαμε | κηδέψατε | κήδεψαν / κηδέψαν / κηδέψανε |
| Μέλλοντας | θα κηδέψω / θα κηδεύω | θα κηδέψεις / θα κηδεύεις | θα κηδέψει / θα κηδεύει | θα κηδέψουμε / θα κηδεύουμε | θα κηδέψετε / θα κηδεύετε | θα κηδέψουν / θα κηδέψουνε / θα κηδεύουν / θα κηδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κηδέψει | έχεις κηδέψει | έχει κηδέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κηδέψει | είχες κηδέψει | είχε κηδέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κηδέψει / να κηδέψω / να κηδεύω | να έχεις κηδέψει / να κηδέψεις / να κηδεύεις | να έχει κηδέψει / να κηδέψει / να κηδεύει | να κηδέψουμε / να κηδεύουμε | να κηδέψετε / να κηδεύετε | να κηδέψουν / να κηδέψουνε / να κηδεύουν / να κηδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε κηδεμένο / κήδευε / κήδεψε | — | — | κηδέψτε / κηδεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κηδεύτηκακηδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →