Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηλίδωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενέργεια που κηλιδώνει, ντροπιάζει Βικιλεξικό
    • Αὐτὸ ἀποτελεῖ , ἂν χρειαστεῖ , μιὰ ἐπιπλέον ἀπόδειξη τῆς ἑνότητας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ μύθου : ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἁμαρτίας, δηλαδὴ τοῦ ἔρωτα γιὰ τὴ μητέρα, ἡ κηλίδωση τῆς «παιδίσκης» καὶ ἡ ἀνεξίτηλη ἐνοχή (Guy Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος: ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, εκδ. Άγρα, 2001, σελ. 372)
  2. δημιουργία κηλίδας ή κηλίδων Βικιλεξικό
    • Μειονέκτημα του ιωδίου είναι η κηλίδωση του δέρματος και των υφασμάτων και η πρόκληση ευαισθησίας στο δέρμα ορισμένων ατόμων (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τομ. 36, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1991, 561)
  3. ασθένεια φυτών κατά την οποία δημιουργούνται κηλίδες στα φύλλα τους ή τους καρπούς τους Βικιλεξικό
    • Στις εναέριες καταβολάδες του φυτού Ficus elastica η δακτυλίωση συνοδεύεται από κηλίδωση και μάρανση των φύλλων, η οποία όπως διαπιστώθηκε, οφείλεται στη μείωση της ικανότητας μεταφοράς νερού στον βλαστό (Επιστημονική επετηρίδα του τμήματος Γεωπονίας της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών, τόμ. 30, 1993, σελ. 143)

Ετυμολογία

κηλίδωση < κηλιδώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκηλίδωσηκηλιδώσεις
Γενικήκηλίδωσηςκηλιδώσεων
Αιτιατικήκηλίδωσηκηλιδώσεις
Κλητικήκηλίδωσηκηλιδώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →