Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηπευτικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήλαχανικό Βικιλεξικό
    • Ο πιο καθοριστικός όμως παράγοντας για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των κηπευτικών ήταν οι παραγωγοί, οι νέοι κάτοικοι της Πρέβεζας, οι Λευκαδίτες και οι Συρρακιώτες, που τους ακολούθησαν (Βαγγέλης Γρ. Αυδίκος, Πρέβεζα 1945-1990: όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης: λαογραφική εξέταση, εκδ. Δήμου Πρέβεζας, 1991, σελ. 166)

Ετυμολογία

κηπευτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κηπευτικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκηπευτικόκηπευτικά
Γενικήκηπευτικούκηπευτικών
Αιτιατικήκηπευτικόκηπευτικά
Κλητικήκηπευτικόκηπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →