Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηπευτικός

/ci.pe.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κήπο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή καλλιεργείται σε κήπο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκηπευτικό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοκηπευτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηπευτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κηπευτικός < κηπευτής < αρχαία ελληνική κηπεύω < κῆπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπευτικόςκηπευτικήκηπευτικό
Γενικήκηπευτικούκηπευτικήςκηπευτικού
Αιτιατικήκηπευτικόκηπευτικήκηπευτικό
Κλητικήκηπευτικέκηπευτικήκηπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπευτικοίκηπευτικέςκηπευτικά
Γενικήκηπευτικώνκηπευτικώνκηπευτικών
Αιτιατικήκηπευτικούςκηπευτικέςκηπευτικά
Κλητικήκηπευτικοίκηπευτικέςκηπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →