Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηπεύσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να κηπευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηπεύσιμος < ελληνιστική κοινή κηπεύσιμος < αρχαία ελληνική κηπεύω < κῆπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπεύσιμοςκηπεύσιμηκηπεύσιμο
Γενικήκηπεύσιμουκηπεύσιμηςκηπεύσιμου
Αιτιατικήκηπεύσιμοκηπεύσιμηκηπεύσιμο
Κλητικήκηπεύσιμεκηπεύσιμηκηπεύσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπεύσιμοικηπεύσιμεςκηπεύσιμα
Γενικήκηπεύσιμωνκηπεύσιμωνκηπεύσιμων
Αιτιατικήκηπεύσιμουςκηπεύσιμεςκηπεύσιμα
Κλητικήκηπεύσιμοικηπεύσιμεςκηπεύσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →