Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηπούπολη

/ciˈpu.po.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολεοδομίαοικονομικά αυτοτελής αστική περιοχή, σχεδιασμένη με εκτενείς ζώνες πρασίνου και καθορισμένα τμήματα κατοικίας και οικονομικής δραστηριότητας Βικιλεξικό
    • Τα στοιχεία αυτά, όπως εμφανίζονται το 1898 στο βιβλίο του Χάουαρντ Αύριο, ένας ειρηνικός δρόμος προς την αστική μεταρρύθμιση, και λίγο αργότερα, το 1902, στο γνωστότερο Κηπουπόλεις της αύριον, αποτελούν μια μεθοδική προσπάθεια να τεθούν οι προϋποθέσεις για μια νέα αστική ανάπτυξη
    • Οι ιδέες της κηπούπολης προωθούνται στην Ελλάδα από τον σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη και την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων
  2. καταχρηστικάσυνοικία ή προάστιο πόλης με αυξημένη δενδροφύτευση Βικιλεξικό
    • Η κηπούπολη Κυπριάδου είναι μια συνοικία του Δήμου Αθηναίων, μεταξύ του τέρματος της οδού Πατησίων και του Δήμου Γαλατσίου. Υπήρξε η πρώτη Κηπούπολη της Αθήνας και μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες συνοικίες της

Ετυμολογία

κηπούπολη < κήπ(ος) + -ούπολη μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική garden city ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) :: Πολεοδομικός όρος που επινόησε τη δεκαετία του 1890 ο Άγγλος Εμπενήζερ Χάουαρντ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκηπούποληκηπουπόλεις
Γενικήκηπούποληςκηπουπόλεων
Αιτιατικήκηπούποληκηπουπόλεις
Κλητικήκηπούποληκηπουπόλεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →