κηρήθρα
•
- τμήμα της κυψέλης, το οποίο αποτελείται από εξάγωνα κέρινα κελιά σε σειρά και το κατασκευάζουν οι μέλισσες, για να αποθηκεύουν το μέλι και τη γύρη αλλά και να τοποθετούν τα αβγά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηρήθρα < μεσαιωνική ελληνική κηρήθρα < αρχαία ελληνική κηρός + -ήθρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηρήθρα | κηρήθρες |
| Γενική | κηρήθρας | κηρηθρών |
| Αιτιατική | κηρήθρα | κηρήθρες |
| Κλητική | κηρήθρα | κηρήθρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →