Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηρίο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κερί Βικιλεξικό
    • Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
  2. φυσικήμονάδα φωτεινής ροής Βικιλεξικό
  3. ιατρικήμολυσματικό κηρίο: βακτηριδιακή μόλυνση του δέρματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηρίο < υποκοριστικό του κηρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκηρίοκηρία
Γενικήκηρίουκηρίων
Αιτιατικήκηρίοκηρία
Κλητικήκηρίοκηρία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →